Home / Blog / Ωραία Φέτα – by Ειρήνη Γεωργή (Irini Georgi)

Ωραία Φέτα – by Ειρήνη Γεωργή (Irini Georgi)

with No Comments

Χτες βράδυ, με δύο φίλες από φέισμπουκ, κατά τις τέσσερις καταλήγουμε σε υπαίθριο rave party, στο πεδίον του Άρεως. Η οποία περιοχή είναι θρυλική και τιμημένη για rave party, από τα ένδοξα χρόνια του alsos, χρονιές 90 και κάτι. Και ενώ ακόμα έχω σπίτι φυλαγμένο frond μπλουζάκι, έχω βγει με ξώβυζο, γιατί από τότε έχουν περάσει είκοσι χρόνια και κάτι, και πλέον έχω μάθει ότι το να με εκτιμήσει κάποιος Σαββατόβραδο για τον ψυχικό μου κόσμο, είναι φενάκη. Και εκεί που τουρτουρίζουμε απ’ το κρύο με τις φίλες, πίνουμε ποτό από το πλαστικό και πασχίζουμε να διακρίνουμε φάτσες στο σκοτάδι το πηχτό, θυμάμαι αυτή την ιστορία.

Ωραία Φέτα

Σεπτέμβριος 2011. Ακόμα μια βραδιά ξεκινά στην Καρύτση. Έχουμε πάει PairiDaeza με τη Φίλη με το μετρό, και συναντάμε εκεί φίλο μας που έχει πάει με μηχανή. Λέμε δυο-τρεις κουβέντες, πάει το πρώτο ουίσκι, πάει η πρώτη ώρα, εγώ πάω πάνω-κάτω (και μέσα-έξω) στο μαγαζί, πάει και το δεύτερο ουίσκι, πάει και η δεύτερη ώρα, πάει σιγά-σιγά κι ο κόσμος, δεν πάει πουθενά η βραδιά, κι ας πούμε ότι πάει τρεισήμισι.

Για πολλή ώρα κάθομαι έξω σε πεζούλι και σιγο-πίνω το νερωμένο Haig μου, αγναντεύω την απέναντι εκκλησία και σκέφτομαι ότι αυτή τη στιγμή κάπου, κάπως, άλλοι άνθρωποι διασκεδάζουν. Σκέφτομαι και πολλά άλλα ενδιαφέροντα πράγματα αλλά, όπως είπα, έχει πάει τρεισήμισι οπότε μπαίνω μέσα να ψάξω τους δικούς μου και να δω τι έχουν στο μυαλό τους για μετά. (Δεν τρέφω και ιδιαίτερες ελπίδες, την έχω δει τη δουλειά, είμαι ψυχολογικά προετοιμασμένη να γυρίσω σπίτι παρόλο που, σύμφωνα με την –εκτεταμένη- εμπειρία μου, το καλό κομμάτι της βραδιάς αρχίζει περίπου τώρα).

Μέσα, το μαγαζί σχεδόν άδειο. Δυο αγόρια στέκονται γύρω από τραπέζι και πίνουν ποτό, τους έχω δει από πριν, το ένα είναι πολύ πέρα από τις δυνατότητές μου (out of my league), το άλλο είναι ελαφρώς κάτω απ’ τα στάνταρ μου (κι όμως, υπάρχουν), άρα οι δυο τους δεν με απασχολούν. Πάω να πάρω την τσάντα μου απ’ το μπαρ πίσω τους, να τσεκάρω κινητό (μια κίνηση που γίνεται εντελώς μηχανικά και χωρίς κανέναν πρακτικό λόγο, γιατί απόψε δεν έχω καμία ψευδαίσθηση προσδοκίας).

Εκεί βέβαια που παίρνω κινητό στο χέρι, πατάω κουμπί, φωτίζει το καντράν και, όπως περίμενα, βλέπω μόνο την ώρα και τίποτα άλλο, χωρίς να μπορώ να το ελέγξω, στο πρόσωπό μου ζωγραφίζεται μια έκφραση ελαφριάς εκνευρισμένης γκρινιαρο-απογοήτευσης, αυτό που λες από μέσα σου «εμ βέβαια, δεν περίμενα και τίποτα άλλο» -ακόμα κι αν περίμενες. Πάει στο διάλο.

Περνώντας μπροστά απ’ το τραπέζι των αγοριών, μου μιλάει (ποιος άλλος;) ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου. Δεν θυμάμαι τι λέει, απαντάω, συστηνόμαστε, εμφανίζεται και η Φίλη. Λέει ότι θα φύγει με (έναν άλλο) φίλο μας με μηχανή. «ΟΚ», λέω, «εγώ θα πάω σπίτι». Εκείνη τη στιγμή κάτι λένε τα αγόρια για «άλλη γενιά», ρωτάω ποια γενιά ακριβώς, δηλαδή πόσο είναι, ρωτάνε πόσο τους κάνω. Κανείς τους δεν βαριέται ποτέ αυτό το παιχνίδι.

Αλλά εγώ, χωρίς δισταγμό, κάνω στον Πέρα Από Τις Δυνατότητές Μου: «23» και στον Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου: «24». Σιγή. Ρωτάω: «Τι; 24 και 25;» «Όχι», μου λένε, ελαφρώς σαστισμένα, «απλά είναι περίεργο, το βρήκες με την πρώτη…» Εγώ, εσωτερικά: «Μουά χα χα χα». Πάνε να μαντέψουν και τις δικές μας ηλικίες, πέφτουν έξω περίπου δεκαετία. Φίλη πάει να μαζέψει τσάντες και να χαιρετήσει. Αγόρια διαμαρτύρονται, μα γιατί να φύγουμε, ακόμα είναι νωρίς. Συμφωνώ μαζί τους ότι είναι νωρίς αλλά φεύγουμε. Μου λένε να πάρω ποτό, λέω όχι, δεν υπάρχει λόγος να πιω κι άλλο, αλήθεια, φεύγουμε.

Φίλη ξανα-εμφανίζεται. Με ελαφρώς ανήσυχο βλέμμα.

Φίλη: «Ειρήνη, έχουν απεργία τα ταξί» Εγώ: Σιγή. Φίλη: «Ειρήνη, δεν έχει ταξί». Εγώ: Σιγή. Φίλη: «Ειρήνη, εγώ θα πάω με τον Φίλο Νο 2 με τη μηχανή, εσένα θα σε πάει ο Φίλος Νο 1 με τη μηχανή. Εντάξει;» Τώρα, αυτό μπορεί να ακούγεται μια χαρά, ότι να, το πρόβλημα λύθηκε, όλα καλά. Μόνο που εγώ δεν ανεβαίνω σε μηχανή. Τις λίγες φορές που ενδίδω (μόνο όταν είναι ανάγκη), είναι για μικροσκοπικές αποστάσεις, και συνήθως μέρα μεσημέρι πάνω στην παραλία που είναι μια ευθεία. Μόνον.

Αλλά, εγώ, σε μηχανή, χωρίς κράνος, Σάββατο βράδυ, από το κέντρο ως το σπίτι… Δεν. Πάω. Φίλη γνωρίζει το θέμα μου, εξ ου και το ανήσυχο βλέμμα. Με πιάνει ένας σιωπηλός πανικός και μια απόγνωση. Παρόλα αυτά, κάπως σαν τον Τζορτζ Μπους που όταν του είπαν για τους Δίδυμους Πύργους παρέμεινε ανέκφραστος, δείχνω σαν να μην το άκουσα και συνεχίζω να ασχολούμαι (αν και κάπως απόμακρα) με τα αγόρια. Τα οποία συνεχίζουν τη συζήτησή τους χωρίς καμία συναίσθηση του δράματος που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους.

Αγόρια, πολύ χαλαρά και ανέμελα: «Γιατί δεν πάμε κάπου αλλού;» Εγώ, στην τραγική φάση και στο αδιέξοδο που βρίσκομαι, δεν θέλω να περιπλέξω τα πράγματα, αλλά άντε, ρωτάω έτσι, μπας και: «Εσείς ρε παιδιά, πού μένετε;» Αγόρια: «Μαρούσι προς Πεύκη». Ποτέ άλλοτε μια περιοχή δεν έφερε τέτοιο χαμόγελο στα χείλη μου. Ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα. Ελπίδα. Εγώ, δειλά-δειλά: «Ρε παιδιά, δεν πάμε ένα eleven;» (Παρόλο που λόγω πλατείας Καρύτση το έχω παραμελήσει, το eleven το νιώθω ακόμα σπίτι μου.

Σ’ αυτό βοηθάει και το ότι είναι και κοντά στο σπίτι μου. Επίσης, τυγχάνει να είναι και πολύ κοντά στο σπίτι των Αγοριών. Αν η εκκλησία απέναντι απ’ το Pairi Daeza ήταν ανοιχτή, θα άναβα κεράκι). Αγόρια, με ενθουσιασμό: «Αμέ. Πάμε!» Αγαλλίαση. Χερουβείμ. Τρομπέτες. Λύρες. Σουραύλια. Έως και μπουζούκια.

Φίλη ξανάρχεται: «Ειρήνη, να πω στο Φίλο-Νο 1-με-μηχανή; Είσαι έτοιμη να φύγουμε;» Εγώ, δειλά αλλά αποφασιστικά: «Θα πάω με τα παιδιά eleven». Παύση. Φίλη με κοιτά. Κοιτά τα αγόρια στα μάτια, έντονα και διερευνητικά. Στην πραγματική ζωή, Φίλη είναι καθηγήτρια γαλλικών. Αυτή τη στιγμή, έχει το ψαρωτικό ύφος όπως όταν πιάνει το παιδάκι αδιάβαστο και του λέει αργά και έντονα «είσαι σίγουρος ότι έκανες επανάληψη στα ανώμαλα ρήματα; Ας δούμε ξανά μαζί το Πασέ Κομποζέ».

Με παρόμοιο, τρόπο, λέει: «Ας πιούμε άλλο ένα ποτό». Κι εκεί, γίνεται η προσπάθεια του νόου ας μπέτερ, να γνωριστούμε κάπως με τα αγόρια ώστε να αποκτήσω εγώ μια σχετική οικειότητα μαζί τους μέσα στα επόμενα 10 λεπτά και, κυρίως, να βεβαιωθούμε ότι δεν είναι μανιακοί δολοφόνοι.

Όχι ότι φαίνονται για μανιακοί δολοφόνοι αλλά και ποιος φαίνεται, θα μου πεις; Οικονομικά σπουδάζουν τα παιδιά στη Λειβαδιά, ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου είναι απ’ τη Ρόδο και ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου από Μαρούσι-Πεύκη και φιλοξενεί τον πρώτο. Ακούω παράπονα για καθηγητές, ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου είναι σίγουρος ότι μια καθηγήτρια έχει πρόβλημα μαζί του, ακούω για το ποια μαθήματα χρωστάνε, για τη χάλια φοιτητική ζωή στη Λειβαδιά και γενικά πληροφορίες χωρίς τις οποίες η ζωή μου δεν θα στερούταν απολύτως τίποτα.

Αλλά οι εναλλακτικές μου είναι οι εξής: «Μηχανή χωρίς κράνος (και χωρίς μπουφάν) ως το σπίτι» ή «Αυτοκίνητο αγνώστων ως το eleven». Για μένα, ουσιαστικά η εναλλακτική είναι μία. Ας κάνω τουλάχιστον τους αγνώστους, γνωστούς. Μετά το eleven, έχει ο Θεός. Σηκωνόμαστε να φύγουμε. Κάνω το σταυρό μου. Με βλέπει ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου και ρωτάει: «Για μας το κάνεις αυτό;» Εγώ: «Όχι καλέ, απέναντι έχει εκκλησία».

Πάμε στο αυτοκίνητο. Είμαι απόλυτα σίγουρη ότι με προορίζουν για τον Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου και σχεδόν αποδέχομαι τη μοίρα μου. Είναι σιωπηλός και κάπως σοβαρός, ενώ Ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου είναι ιδιαίτερα ενθουσιώδης, άνετος και ομιλητικός. Επίσης, είναι όμορφος όχι μόνο σύμφωνα με τα δικά μου στάνταρ αλλά όμορφος, τελεία (εξ ου και το παρατσούκλι). Και ψηλός, και τριγωνικός και όμορφος στη φάτσα. Αυτό που με την Αδερφή λέμε «Γιουνιβέρσαλ». Το οποίο έχει πολυεπίπεδο νόημα και έχει να κάνει με Χόλυγουντ και το ότι η εμφάνιση κάποιου έχει απήχηση στο ευρύ κοινό, (έως και σε όλο το σύμπαν).

Πέρα από τις Δυνατότητές μου αρχίζει συζήτηση για μουσική και ρωτάει και αν παλιά πήγαινα σε rave parties. Δηλώνω ένοχη, τρελός ενθουσιασμός, με βάζει να πω για τα 90s και τη χορευτική σκηνή στην Αθήνα, ρωτάει λεπτομέρειες, για τα πάρτι στις αποθήκες και στα χωράφια, ρωτάει τι φοράγαμε, λέω για αλουμινόχαρτα και σακούλες σκουπιδιών, είναι κάπως σαν να ζήτησε απ’ τη γιαγιά του να του πει για την Κατοχή.

Στο αυτοκίνητο αναφέρει τους Prodigy, λέει ότι τους είδε φέτος και πέρυσι, ρωτάει γιατί δεν πήγα κι εγώ να τους δω στη Μαλακάσα, λέω γιατί εγώ είμαι πια μεγάλη και δεν αντέχω την ταλαιπώρια της Μαλακάσας, λέει ότι αξίζει να τους δεις, λέω τους έχω δει, ρωτάει πότε, λέω «παλιά» …παύση για σασπένς… Πέρα από τις Δυνατότητές Μου, με απερίγραπτο δέος, ρωτάει: «ΗΣΟΥΝ ΤΟΤΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΡΑΧΩΝ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΔΙΑΚΟΠΗΚΕ Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ;»

«Ναι, ήμουν».

Μένει με το στόμα ανοιχτό, δυσκολεύεται να το συλλάβει, γυρνάει στον άλλον και ψελλίζει «θυμάσαι που το βλέπαμε στο youtube;» (Μπάι δε γουέι, τον Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου όλα αυτά, αλλά ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου δεν πτοείται καθόλου και θέλει να του εξιστορήσω το συμβάν). Νιώθω σαν να ‘μουν εκεί όταν μπήκαν τα τανκς στο Πολυτεχνείο ή άντε, αρχαία μεν αλλά με λίγο πιο γκλάμουρ, σαν να ήμουν κολλητάρι με το Μικ Τζάγκερ και να με βάζουν να λέω ιστορίες από τα θρυλικά χρόνια στο Studio 54.

Από την άλλη, τώρα που το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ πως όταν πρωτογνώρισα Άχρηστο Παλιοκαργιόλη στα 27 μου, εκείνος ήταν 6 χρόνια μεγαλύτερός μου (όχι το σχεδόν διπλό και μονοδρομικό 11 που είναι η διαφορά μου με τον Πέρα από τις Δυνατότητές Μου («μονοδρομικό» =επίθετο που προκύπτει από το ουσιαστικό «μονόδρομος»). Κι εγώ λοιπόν τότε είχα ρωτήσει με αρκετό δέος Άχρηστο Παλιοκαργιόλη: «ΔΗΛΑΔΗ ΠΗΓΑΙΝΕΣ SPARTACUS; ΚΑΙ ΑΤΟΜΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ FACTORY;» Διότι, έχοντας μεγαλώσει (κι εγώ) με τα περιοδικά lifestyle του Κωστόπουλου, τότε, στα τέλη της δεκαετίας του 80 έως και αρχές 90, θυμάμαι ότι διάβαζα για εκείνα τα μαγαζιά που άφησαν εποχή και έκλαιγα γοερά θέλοντας να είμαι κι εγώ εκεί αλλά τότε ακόμα οι Γονείς δεν μ’ άφηναν (βέβαια) να βγω μόνη μου, οπότε την έβγαζα με τους συμμαθητές μου στην Αυτοκίνηση, που ήταν υπερβολικά μέινστριμ για τον τότε εαυτό μου).

Το ότι Άχρηστος Παλιοκαργιόλης σύχναζε σε όλα εκείνα που δεν μπόρεσα να πάω εγώ ποτέ, ήταν σίγουρα ένας από τους λόγους που με ώθησαν υποσυνείδητα στο να διατηρήσω με νύχια και με δόντια (έπρεπε και κυριολεκτικά να τον έχω γδάρει) τη σχέση-ψέμα μαζί του για τα επόμενα τρία χρόνια. Έλεγα: «μα δεν μπορεί, αφού έχουμε κοινά».

Επιτέλους, φτάνουμε eleven. Πριν μπούμε ακόμα, βλέπω απ’ έξω Ιορδανό που έχω γνωρίσει εκεί πριν δύο εβδομάδες, και χαμογελάμε με νόημα αμφότεροι. Μπαίνω και χαιρετάω τους δικούς μου ανθρώπους του μαγαζιού και όντως νιώθω ότι επιτέλους είμαι σπίτι μου, μετά το άγχος της επιστροφής χωρίς ταξί και της διαδρομής που έκανε το αντίθετο από το να γεφυρώσει το χάσμα των γενεών. Αφήνω τα Αγόρια στο μπαρ και πάω να χαιρετήσω Ιορδανό και φίλο του.

Με αντιμετωπίζουν σαν να μόλις βρήκαν τη χαμένη τους –κοντή- αδερφή. (Είναι ανησυχητικό το πόσοι άντρες καλωσορίζουν τις απανταχού κοντές με παρόμοιο τρόπο, ειδικά αν είναι στο τσακίρ κέφι). Με σηκώνουν και με στροβιλίζουν στον αέρα και συνειδητοποιούν μάλλον αργά ότι η εν λόγω κοντή –εγώ- είναι ψωμωμένη και ότι μάλλον θα τους πέσει η μέση, αλλά ντρέπονται κιόλας να το παραδεχτούν. Πάντως εγώ σκίζω τους αιθέρες με μπρίο.

Ο Πέρα από τις Δυνατότητές μου έρχεται και συστήνεται, χαιρετιούνται με Ιορδανό, μου λέει να πάω να μιλήσω στον Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου, ο οποίος έχει πέσει ψυχολογικά γιατί μέσα στο αυτοκίνητο αναφέρθηκε ο Jim Morrison και ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου ρώτησε: «αυτός είναι ο DJ που έπαιζε όταν πήγαμε Πάτρα;» και γελάσαμε. Και αμέσως ο Πέρα από τις Δυνατότητές μου έβαλε το «People are Strange» και ξαναγελάσαμε. Και ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου ένιωσε άσχημα. Κι εγώ πρέπει να πάω να τον κάνω να νιώσει καλύτερα. Ε, την είχα δει τη δουλειά. Πάω λοιπόν, ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου δεν μιλιέται, καλά που ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου μιλάει για τρεις.

Σε φάσεις φεύγω και πάω στον Ιορδανό αλλά κάθε φορά που πάω, μετά από λίγο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου έρχεται, με παίρνει και με επαναφέρει στην τάξη. Ιορδανός και φίλοι του λένε ότι θα πάνε να φάνε και να πάω κι εγώ να τους βρω απέναντι στα everest (αυτά τα everest είναι top τόπος ραντεβού), αλλά είναι αδύνατον να ξεμπλέξω από τα Αγόρια.

Πέρα από τις Δυνατότητές Μου επιμένει να πιούμε σφηνάκια. Είναι τόσο αργά που ο Μπάρμαν έχει πλέον αφεθεί και αφοσιωθεί σε γκόμενα δίπλα μας, κάνει ώρες να μας δει, όταν τελικά ασχολείται, μας κερνάει τα σφηνάκια. Πληρώνω εγώ τα δεύτερα (με περιμάζεψαν σε ώρα ανάγκης, τι να κάνω;) Μπάρμαν κερνάει τα τρίτα, Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου πληρώνει τα τέταρτα. Αγόρια με κοροϊδεύουν που τρώω τη φέτα πορτοκάλι μου μετά απ’ την κάθε τεκίλα, και η αλήθεια είναι ότι για να συνέλθω μετά από κάθε τεκίλα βασικά χρειάζομαι ατομική πίτσα.

Αγόρια είναι καθισμένα σε σκαμπό δεξιά-αριστερά, εγώ όρθια στη μέση, κάτι πάει να μου πει ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου, πάω πιο κοντά. Με πιάνει από τη μέση, απάνω μου ακουμπά, στα μάτια με κοιτάει κι εκεί εγώ λέω (καθόλου τραγουδιστά, αλλά μάλλον προειδοποιητικά): «αυτό είναι κώλος». Πέρα από τις Δυνατότητές Μου απαντά: «Το ξέρω».

Από εκεί και πέρα η βραδιά παίρνει μια αναπάντεχη τροπή, γιατί ήμουν ΣΙΓΟΥΡΗ ότι με προόριζαν για τον άλλον. Μετά από κάποια ώρα –ενώ ήδη ξημερώνει- Πέρα από τις Δυνατότητές Μου λέει ότι πάει τον Κάτω απ’ τα Στάνταρ Μου σπίτι και σε δυο λεπτά είναι πίσω. Εγώ δεν είμαι σε θέση να πάρω και πολλές σοβαρές αποφάσεις (εδώ που τα λέμε, όχι ότι είμαι σε θέση κι όταν είμαι νηφάλια), αλλά σίγουρα δεν είμαι αχάριστος άνθρωπος και, όχι μόνο κατά πώς δείχνει το πράμα δεν θα γυρίσω ούτε απ’ το eleven με τα πόδια αλλά… (σόρι, αν είχες δει τον Πέρα από τις Δυνατότητές Μου, θα συμφωνούσες ότι έπρεπε να τον πάω σπίτι. Ακόμα και μπουσουλώντας).

Πέρα από τις Δυνατότητές μου (στο εξής θα τον λέω ΠεΔυΜου, ξαναεμφανίζεται σε λιγότερο από 5 λεπτά. Και πάμε σπίτι. Εκεί, ΠεΔυΜου λέει πράγματα όπως: «Γαμώτι, και φοράω χάλια βερμούδα σήμερα», «στο δάχτυλο του ποδιού μου αυτό είναι μελανιά, δεν είναι βρωμιά», «παλιά έπαιζα πόλο…» (αναρωτιέμαι πόσο παλιά δηλαδή; πόλο με πιπίλα;) «…αλλά έχω σταματήσει εδώ και χρόνια, έχω γίνει πολύ χάλια;» Στο οποίο απαντάω: «όχι μωρέ, ντάξει, με τα ρούχα μια χαρά φαίνεσαι…» αλλά δεν καταφέρνω να κρατήσω σοβαρή φάτσα και γελάω γιατί είναι το νόημα της ζωής χωρίς ρούχα και ούτε ένα νέγκινγκ δεν μπορώ να κάνω, η άχρηστη.

Και όσο συμβαίνουν όλα αυτά, αρχίζει το έπος του Γκιλγκαμές. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια μαζί. Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Το Κοράνι. Το Κάμα Σούτρα (όχι με την καλή έννοια). Γιατί, το ΠεΔυΜου είναι 23 χρονών. Και έχει πιει τ’ άντερά του. (Και δεν έτρωγε και τις φετίτσες πορτοκάλι απ’ τις τεκίλες του). Το οποίο σημαίνει: η Ιστορία χωρίς Τέλος. Και η μέρα είναι τελείως μέρα και μέσα σε μια ζάλη απ’ το ποτό και το μπάπα-μπούπα, σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θα πάει Δευτέρα και θα ‘χει να πάει σχολείο κι αυτός θα είναι ακόμα εδώ, και μετά με πιάνει η ψυχή μου γιατί σκέφτομαι ότι έχει τελειώσει το σχολείο και άρα δεν χρειάζεται να πάει και, επιτέλους, ΑΥΤΗ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΔΕΝ ΤΟΝ ΨΑΧΝΕΙ;

Παράλληλα, ακούω και τα προβλήματα της ζωής του. Λέει: «Ο μπαμπάς μου έχει ένα εργοστάσιο, φτιάχνουμε φέτα. Τρως φέτα;» Εγώ: «Όχι». «Κακώς, η δική μας είναι πολύ ωραία, πρέπει να δοκιμάσεις (μου λέει και το όνομα της φέτας)». Ρωτάω τι δίκτυο διανομής έχουν (κάποτε σπούδασα και Μάρκετινγκ). Μου λέει τα ονόματα των σούπερ μάρκετ απόλυτα συγκεντρωμένος, σαν να γράφει διαγώνισμα Ιστορίας και να θυμάται ημερομηνίες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνεχίζει: «Συνέχεια τσακωνόμαστε με τον μπαμπά γιατί εμένα δεν με νοιάζει το εργοστάσιο, δεν θέλω να δουλέψω ακόμα» και, με προβληματισμένο ύφος: «Οι φίλοι μου με λένε φλώρο». Εγώ: «Είσαι ο ορισμός του φλώρου». Αυτός: «Γιατί το λες αυτό;» Εγώ: «Είσαι και βλαμμένο». Αυτός: «κι εσύ με θεωρείς βλαμμένο; λοιπόν, νομίζω ότι είναι οι μπάφοι. Κάνω πολλούς και ίσως έχω χαζέψει». Εγώ: «Κόψε τους μπάφους, ξανάρχισε το πόλο» (είπα να συνεισφέρω στην κοινωνία).

Σε όλα αυτά, παρεμβάλλονται και αυθεντικές τεχνικές απορίες περί σεξ, του τύπου: «Τι; Δηλαδή δεν αρέσει σε όλες το κομπρεσέρ» Εγώ: «ΟΧΙ» (το ηρωικό). Και του εξηγώ ότι όταν λέμε «εργάτης», δεν εννοούμε κομπρεσέρ. Αλλά συνεχίζει και την προηγούμενη συζήτηση: «Πάντως, για δυο μήνες δούλευα στο εργοστάσιο κάθε μέρα για να του αποδείξω (του μπαμπά) ότι μπορώ. Δύο ολόκληρους μήνες!

Ειλικρινά, μετά δόξαζα το Θεό…» και συνεχίζω τη φράση του: «…που γεννήθηκα γιος του μπαμπά μου και δεν χρειάζεται να κάνω τον εργάτη και να σκοτώνομαι στη δουλειά για όλη μου τη ζωή». Το παραδέχεται αμέσως (και γι’ αυτό τον παραδέχομαι). Αλλά, τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Τι να αναλύουμε Κυριακή πρωί; το Κεφάλαιο του Μαρξ;

Αυτό είναι άλλο κεφάλαιο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: