Γιατί μου αρέσει ο Άγγελος Σικελιανός

with No Comments

Θαλερό

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή,
από τ’ αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη·
κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα,
βασιλεύοντας μες σε διπλή γαλήνη.

Bαριά τα χόρτα,
ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά
το θυμωμένο γάλα,
κι από τα κλήματα τα νια,
που της πλαγιάς ανέβαιναν
μακριά-πλατιά τη σκάλα,
σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας,
εσειόντανε στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων’ απάνω στο φεγγάρι
η ζέστα αραχνοΰφαντο κεφαλοπάνι…

Στο σύρμα, μες στο γέννημα,
μονάχα τρία καματερά,
τό ‘να από τ’ άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας,
τον ανήφορο ξεκόβαν το βουνίσο.

Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας,
και το λιγνό λαγωνικό, με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά
βράχο το βράχο επήδαγε
ζητώντας μου τα χνάρια.

Kαι κάτου απ’ την κληματαριά την άγουρη μ’ επρόσμενε,
στο ξάγναντο το σπίτι,
σωστό τραπέζι πόφεγγε,
λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό, το φως του Aποσπερίτη…

Eκεί κερήθρα μόφερε,
ψωμί σταρένιο, κρύο νερό η αρχοντοθυγατέρα,
οπού ‘χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα·
που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο,
έδειχνε διάφωτη της παρθενιάς τη φλόγα,
κι απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά,
στα στήθια της τ’ αμάλαγα,
χώριζ’ ολόρτη η ρώγα·
που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες
τα μαλλιά πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει’
η φούχτα μου ναν της τα χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος
π’ αγανάχτησε στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά,
με κοίταγε, προσμένοντας, μια σφήνα μες στα μάτια.
Eκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα,
τριγύρα μου, και τους καρπούς γευόμουν απ’ το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού,
του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο…

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει
σμάρια ωσάν τσαμπιά στα δέντρα ν’ αμολήσει.
Kι ένιωθα κρούσταλλο τη γη
στα πόδια μου αποκάτωθε και διάφανο το χώμα
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε μ’ αδρό,
γαλήνιο σώμα.

Eκεί μ’ ανοίξαν το παλιό κρασί,
που πλέριο ευώδισε μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά,
σύντας βαρεί κατάψυχρη νύχτια δροσιά τα θάμνα…

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή,
εκεί η καρδιά μου δέχτηκε ν’ αναπαυτεί λιγάκι
πά’ σε σεντόνια ευωδερά από βότανα,
και γαλανά στη βάψη από λουλάκι…

Η Παναγία της Σπάρτης

Από χαλκόν ή βράχο Πεντελίσο
Το αθάνατο είδωλο Σου δε θα στήσω
μ’από κυπαρισσόξυλο κολόνα,
για να ευωδάει το έργο μου στον αιώνα!…

Και στο λόφον, οπόχει όμοια κορόνα
Το κάστρο το Βενέτικο, θα χτίσω
βαριά εκκλησιά, και μέσα θα Σε κλείσω
μ’ατάραγο, από σίδερο, πυλώνα!

Καμπάνες, που να βογκούνε ως ασπίδα
πόβρει σε σπάθα ή κονταριού κοπίδα,

Θα βάλω, κι άλλες πιο ψηλά, σα σείστρα!

Κι απ’τα παράθυρα της να Σε ισκιάσω,
βαθύχρωμα κρουστάλλια θα ταιριάσω

-και το καθένα να’ναι πολεμίστρα!

Τρεχαντήρα

Καταμεσὶς ἀνέμου ἡ τρεχαντήρα,
μὲ τὰ πανιά της τόξα τεντωμένα,
τοῦ διακιοῦ τὴ στερνὴν ἐπῆρε γύρα
στὰ γαλανὰ βουνὰ τὰ γυμνωμένα…

Κι ὁ αἰθεροδρόμος βόγγος ποὺ ῾πλημμύρα
στὰ ξάρτια, στὰ πρυμνήσια, στὴν ἀντένα
-δελφίνια παρατρέχαν ὁλοένα-
τὴν ἔκρουε μὲς στὸ κύμα, ὁλόρτη λύρα!

Δίκοπη σπάθα ξέσκιζε ἡ καρίνα…
Κι ὁ ἀφρὸς στὴ πρύμνα, χώριος σὲ δυὸ κρίνα,
τῶν σταλιῶν ἀνατίναζε τὸ σεῖστρο…

Σὰν μ᾿ ἕνα «λάσκα!» -ὁ ἥλιος μεσουράνει-
στῶν Σαλώνων ἐμπῆκε τὸ λιμάνι
μὲ τὸν καταμεσήμερον μαΐστρο!

 

Leave a Reply